Connect
To Top

«Primetime»: Ο Robert Pattinson σε μια σκοτεινή και ανατριχιαστική ματιά στον Chris Hansen

Ο Robert Pattinson βρίσκεται στο επίκεντρο του «Primetime», μιας ιδιαίτερα σκοτεινής κινηματογραφικής προσέγγισης στην άνοδο και την ψυχολογική κατάρρευση του τηλεοπτικού δημοσιογράφου Chris Hansen, γνωστού από το «To Catch a Predator».

Η νέα ταινία του Lance Oppenheim δεν επιχειρεί να αφηγηθεί απλώς την ιστορία της γνωστής τηλεοπτικής εκπομπής. Αντίθετα, επιλέγει να κοιτάξει πολύ πιο βαθιά τον άνθρωπο πίσω από την κάμερα, εξετάζοντας τη σχέση ανάμεσα στη δημοσιότητα, την τηλεθέαση, την προσωπική φιλοδοξία και την ανάγκη για αναγνώριση.

Μια τηλεοπτική επιτυχία που μετατρέπεται σε εμμονή

Η ιστορία τοποθετείται στο 2006, σε μια περίοδο κατά την οποία το «To Catch a Predator» αποκτά ολοένα μεγαλύτερη απήχηση. Η εκπομπή, που μέχρι τότε αποτελούσε μέρος του «Dateline», ετοιμάζεται να αποκτήσει δική της θέση στην prime time ζώνη.

Για τον Hansen, όμως, η μετακίνηση αυτή δεν είναι απλώς μια επαγγελματική εξέλιξη. Η επιτυχία απέναντι σε ένα από τα δημοφιλέστερα τηλεοπτικά προγράμματα της εποχής μετατρέπεται σταδιακά σε προσωπική υπόθεση.

Η ανάγκη του να ξεπεράσει τον ανταγωνισμό και να διατηρήσει το ενδιαφέρον του κοινού αρχίζει να επηρεάζει κάθε πτυχή της ζωής του. Όσο αυξάνονται τα ποσοστά τηλεθέασης, τόσο περισσότερο θολώνουν τα όρια ανάμεσα στη δημοσιογραφική αποστολή, το θέαμα και την προσωπική φιλοδοξία.

Ο Robert Pattinson σε έναν από τους πιο ιδιαίτερους ρόλους του

Ο Robert Pattinson δεν προσπαθεί απλώς να μιμηθεί τον πραγματικό Chris Hansen. Χτίζει έναν χαρακτήρα που γίνεται σταδιακά όλο και πιο ανησυχητικός, καθώς η αυτοπεποίθηση μετατρέπεται σε αλαζονεία και η επιθυμία για επιτυχία σε εμμονή.

Η ερμηνεία του βασίζεται σε λεπτομέρειες: στις κινήσεις, στον τρόπο που μιλά, στις παύσεις και κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ο Hansen παρουσιάζει τον εαυτό του μπροστά στην κάμερα.

Ο Pattinson αποδίδει έναν άνθρωπο που φαίνεται να έχει απόλυτη επίγνωση της τηλεοπτικής του εικόνας. Ταυτόχρονα, όμως, πίσω από αυτήν διακρίνεται ένας χαρακτήρας που δυσκολεύεται ολοένα περισσότερο να ελέγξει την ανάγκη του να βρίσκεται στο επίκεντρο.

Η κάμερα βρίσκεται συχνά υπερβολικά κοντά στο πρόσωπό του, ενισχύοντας την αίσθηση εγκλωβισμού. Το αποτέλεσμα είναι ένας πρωταγωνιστής που δεν παρακολουθείται απλώς από τον θεατή, αλλά μοιάζει να τον κοιτάζει και ο ίδιος κατάματα.

Ένα καστ που δίνει βάθος στην ιστορία

Ο Pattinson δεν είναι ο μόνος λόγος που το «Primetime» λειτουργεί. Η ταινία στηρίζεται σε ένα ιδιαίτερα δυνατό σύνολο ερμηνειών.

Η Merritt Wever ξεχωρίζει στον ρόλο της Andie, της παραγωγού που βρίσκεται δίπλα στον Hansen και συμμετέχει ενεργά στη δημιουργία του τηλεοπτικού προϊόντος. Η παρουσία της προσθέτει μια ακόμη διάσταση στην ιστορία, καθώς η ίδια δεν παρουσιάζεται απλώς ως συνεργάτιδα αλλά ως πρόσωπο που αντιλαμβάνεται πολύ καλά τι συμβαίνει και επιλέγει να συνεχίσει.

Ο Skyler Gisondo υποδύεται τον Dan, έναν νεαρό που συμμετέχει στην επιχείρηση ως «δόλωμα» και προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στα επαγγελματικά του όνειρα και σε έναν ρόλο που γίνεται όλο και πιο δύσκολο να διαχειριστεί.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η Phoebe Bridgers, η οποία υποδύεται τη Del. Ο χαρακτήρας της αντιμετωπίζει τη συμμετοχή του στην εκπομπή ως μια μορφή δράσης απέναντι στους ανθρώπους που στοχοποιούν παιδιά. Η ερμηνεία της γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα όταν η Del χρειάζεται να μεταμορφωθεί μπροστά στην κάμερα, αλλάζοντας φωνή, κίνηση και συμπεριφορά.

Στο καστ συμμετέχουν επίσης οι Alex Winter, Tony Revolori, Jonathan Lipnicki, Matthew Maher και Anna Faris, συμπληρώνοντας ένα σύνολο χαρακτήρων που λειτουργούν ως διαφορετικές πλευρές του κόσμου που δημιουργεί η εκπομπή.

Η εικόνα της ταινίας δημιουργεί ασφυκτικό κλίμα

Το «Primetime» δεν επιλέγει μια καθαρή και συμβατική κινηματογραφική αισθητική. Η εικόνα είναι σκοτεινή, κορεσμένη και συχνά δυσάρεστα κοντινή, δημιουργώντας την αίσθηση ότι ο θεατής βρίσκεται παγιδευμένος μέσα στον κόσμο του Hansen.

Η επιλογή του κάδρου 4:3 περιορίζει ακόμη περισσότερο τον χώρο. Τα πρόσωπα καταλαμβάνουν μεγάλο μέρος της οθόνης και η αίσθηση ελευθερίας μειώνεται διαρκώς. Η ταινία μοιάζει έτσι περισσότερο με ψυχολογικό εφιάλτη παρά με μια συμβατική βιογραφική αφήγηση.

Σημαντικό ρόλο παίζει και ο ήχος. Η μουσική του Ari Balouzian δημιουργεί μια διαρκή αίσθηση έντασης και ανησυχίας, ενώ οι τηλεοπτικές ατάκες και οι ήχοι από τα παρασκήνια αποκτούν συχνά μια σχεδόν απειλητική διάσταση.

Ποιος κυνηγά τελικά ποιον;

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα στοιχεία της ταινίας είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιστρέφει σταδιακά τους ρόλους.

Ο Hansen παρουσιάζεται ως ο άνθρωπος που κυνηγά όσους θεωρεί επικίνδυνους. Όσο όμως προχωρά η ιστορία, το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από τους ανθρώπους που βρίσκονται στο στόχαστρο της εκπομπής στον ίδιο τον παρουσιαστή.

Η ταινία θέτει έτσι ένα uncomfortable ερώτημα: τι συμβαίνει όταν η αναζήτηση της δικαιοσύνης μετατρέπεται σε ανάγκη για θέαμα;

Ο Hansen πιστεύει ότι υπηρετεί έναν σημαντικό σκοπό. Ταυτόχρονα, όμως, απολαμβάνει τη δημοσιότητα, την αναγνωρισιμότητα και την αντίδραση του κοινού. Η διάκριση ανάμεσα στον άνθρωπο που αποκαλύπτει ένα πρόβλημα και στον τηλεοπτικό πρωταγωνιστή που χρειάζεται το πρόβλημα για να συνεχίσει να υπάρχει γίνεται ολοένα πιο δυσδιάκριτη.

Η προσωπική ζωή αρχίζει να καταρρέει

Παράλληλα με την επαγγελματική εμμονή του Hansen, η προσωπική του ζωή βρίσκεται σε κατάσταση διάλυσης. Η σχέση του με τη σύζυγο και την οικογένειά του κλονίζεται, ενώ δημοσιογράφοι απειλούν να αποκαλύψουν στοιχεία για την προσωπική του ζωή.

Οι πιέσεις αυτές δεν λειτουργούν απλώς ως παράλληλη πλοκή. Αποκαλύπτουν πόσο δύσκολο γίνεται για τον Hansen να διαχωρίσει τον άνθρωπο από τον τηλεοπτικό του ρόλο.

Κάθε νέα επιτυχία της εκπομπής φαίνεται να τον οδηγεί ακόμη πιο βαθιά στην εμμονή του. Και όταν εμφανίζεται ένας ιδιαίτερα σημαντικός στόχος, οι αποφάσεις του γίνονται ολοένα πιο ακραίες.

Δεν είναι μια τυπική βιογραφική ταινία

Το «Primetime» δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα να εξηγήσει λεπτομερώς πώς δημιουργήθηκε το φαινόμενο του «To Catch a Predator». Η ταινία εστιάζει περισσότερο στην ψυχολογία του Hansen και στον τρόπο με τον οποίο η επιτυχία μπορεί να μεταμορφώσει έναν άνθρωπο.

Αυτή η επιλογή έχει ως αποτέλεσμα μια ιστορία πολύ πιο προσωπική και σκοτεινή. Δεν πρόκειται για μια ολοκληρωμένη ιστορική καταγραφή της εκπομπής, αλλά για μια κινηματογραφική μελέτη ενός ανθρώπου που σταδιακά χάνει τον έλεγχο της φιλοδοξίας του.

Η προσέγγιση αυτή μπορεί να αφήσει ορισμένα ερωτήματα αναπάντητα, όμως παράλληλα δίνει στην ταινία έναν ξεκάθαρο και ιδιαίτερο χαρακτήρα.

Ένα δυσάρεστο αλλά καθηλωτικό φιλμ

Το «Primetime» δεν είναι μια εύκολη ταινία. Η αισθητική της είναι σκόπιμα βρώμικη, η ατμόσφαιρα βαριά και ο κεντρικός χαρακτήρας κάθε άλλο παρά συμπαθής.

Κι όμως, ακριβώς αυτή η δυσφορία αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα πλεονεκτήματά της. Η σκηνοθεσία του Lance Oppenheim δεν επιτρέπει στον θεατή να παρακολουθήσει την ιστορία από ασφαλή απόσταση.

Με τον Robert Pattinson σε μια ιδιαίτερα απαιτητική ερμηνεία και ένα εξαιρετικό καστ γύρω του, η ταινία μετατρέπει μια ιστορία τηλεοπτικής δημοσιογραφίας σε ένα σκοτεινό σχόλιο για τη φήμη, την τηλεθέαση, την ηθική και την ανθρώπινη ανάγκη για αναγνώριση.

Τελικά, το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του «Primetime» δεν είναι μόνο το πρόσωπο που βρίσκεται μπροστά από την κάμερα. Είναι η ίδια η κάμερα και η δύναμη που αποκτά όταν εκατομμύρια άνθρωποι επιλέγουν να κοιτάξουν.

Περισσότερα άρθρα στην κατηγορία : Κινηματογράφος

Η κρίση είναι για πολλούς προβλήματα και μιζέρια… για κάποιους άλλους όμως είναι δημιουργικότητα και ευκαιρίες. Αυτό που χρειάζεται είναι αισιοδοξία και ελπίδα, ελπίδα και αισιοδοξία… και περισσότερη δουλειά! Κάπως έτσι , ξεκίνησε αυτή η ιδέα… η ιδέα που έχει ένα γοητευτικό όνομα…. Beautiful Life.

Επικοινωνία

Διεύθυνση:

Mail:

Τηλέφωνο: